Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανεγκρατής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ασυγκράτητος Βικιλεξικό
    • με μη σωστά λειτουργούσα προζωστρίδα (ενδοκρινολογικά ή αξονικά)
  2. ανήθικος Βικιλεξικό
  3. χωρίς αναστολές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεγκρατήςανεγκρατήςανεγκρατές
Γενικήανεγκρατούςανεγκρατούςανεγκρατούς
Αιτιατικήανεγκρατήανεγκρατήανεγκρατές
Κλητικήανεγκρατή / ανεγκρατήςανεγκρατήςανεγκρατές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεγκρατείςανεγκρατείςανεγκρατή
Γενικήανεγκρατώνανεγκρατώνανεγκρατών
Αιτιατικήανεγκρατείςανεγκρατείςανεγκρατή
Κλητικήανεγκρατείςανεγκρατείςανεγκρατή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →