ανεγκρατής
•
- ασυγκράτητος Βικιλεξικό
- με μη σωστά λειτουργούσα προζωστρίδα (ενδοκρινολογικά ή αξονικά)
- ανήθικος Βικιλεξικό
- χωρίς αναστολές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεγκρατής | ανεγκρατής | ανεγκρατές |
| Γενική | ανεγκρατούς | ανεγκρατούς | ανεγκρατούς |
| Αιτιατική | ανεγκρατή | ανεγκρατή | ανεγκρατές |
| Κλητική | ανεγκρατή / ανεγκρατής | ανεγκρατής | ανεγκρατές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεγκρατείς | ανεγκρατείς | ανεγκρατή |
| Γενική | ανεγκρατών | ανεγκρατών | ανεγκρατών |
| Αιτιατική | ανεγκρατείς | ανεγκρατείς | ανεγκρατή |
| Κλητική | ανεγκρατείς | ανεγκρατείς | ανεγκρατή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →