ανεδαφικός
•
- που δε στηρίζεται στην πραγματικότητα, που δεν μπορεί να υλοποιηθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανεδαφικός < αν- (στερητικό α-) + εδαφικός. Πιθανόν (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική groundless.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεδαφικός | ανεδαφική | ανεδαφικό |
| Γενική | ανεδαφικού | ανεδαφικής | ανεδαφικού |
| Αιτιατική | ανεδαφικό | ανεδαφική | ανεδαφικό |
| Κλητική | ανεδαφικέ | ανεδαφική | ανεδαφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεδαφικοί | ανεδαφικές | ανεδαφικά |
| Γενική | ανεδαφικών | ανεδαφικών | ανεδαφικών |
| Αιτιατική | ανεδαφικούς | ανεδαφικές | ανεδαφικά |
| Κλητική | ανεδαφικοί | ανεδαφικές | ανεδαφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →