ανεδοσά
•
- ιδιωματικόη ομιχλώδης υγρασία που παρατηρείται στη Σαντορίνη εξαιτίας της θερμοκρασιακής διαφοράς του ηφαιστείου με το νησί, η οποία «ανεβαίνει» από τη θάλασσα, από τη μεριά της καλντέρας, και επεκτείνεται προς αυτό Βικιλεξικό
- εν τη νήσω δεν απολείπουσι οι νότιοι άνεμοι και η εκ της ομίχλης ανεδοσάς εν Θήρα καλουμένης, παρεχομένη εις τα φυτά υγρασία (από το κείμενο του Γάσπαρη Άλβυ, «Η ανομβρία εν Θήρα», στον τόμο Σαντορίνη, έκδ. του Μιχαήλ Δανέζη (Αθήνα, 1940), σ. 170)
Ετυμολογία
ανεδοσά < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεδοσά | ανεδοσές |
| Γενική | ανεδοσάς | ανεδοσών |
| Αιτιατική | ανεδοσά | ανεδοσές |
| Κλητική | ανεδοσά | ανεδοσές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →