Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανεκδοτολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον ανεκδοτολόγο ή την ανεκδοτολογία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανεκδοτολογικός < ανεκδοτολόγος / ανεκδοτολογία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεκδοτολογικόςανεκδοτολογικήανεκδοτολογικό
Γενικήανεκδοτολογικούανεκδοτολογικήςανεκδοτολογικού
Αιτιατικήανεκδοτολογικόανεκδοτολογικήανεκδοτολογικό
Κλητικήανεκδοτολογικέανεκδοτολογικήανεκδοτολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεκδοτολογικοίανεκδοτολογικέςανεκδοτολογικά
Γενικήανεκδοτολογικώνανεκδοτολογικώνανεκδοτολογικών
Αιτιατικήανεκδοτολογικούςανεκδοτολογικέςανεκδοτολογικά
Κλητικήανεκδοτολογικοίανεκδοτολογικέςανεκδοτολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →