ανεκδοτολογικός
•
- που έχει σχέση με τον ανεκδοτολόγο ή την ανεκδοτολογία ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανεκδοτολογικός < ανεκδοτολόγος / ανεκδοτολογία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεκδοτολογικός | ανεκδοτολογική | ανεκδοτολογικό |
| Γενική | ανεκδοτολογικού | ανεκδοτολογικής | ανεκδοτολογικού |
| Αιτιατική | ανεκδοτολογικό | ανεκδοτολογική | ανεκδοτολογικό |
| Κλητική | ανεκδοτολογικέ | ανεκδοτολογική | ανεκδοτολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεκδοτολογικοί | ανεκδοτολογικές | ανεκδοτολογικά |
| Γενική | ανεκδοτολογικών | ανεκδοτολογικών | ανεκδοτολογικών |
| Αιτιατική | ανεκδοτολογικούς | ανεκδοτολογικές | ανεκδοτολογικά |
| Κλητική | ανεκδοτολογικοί | ανεκδοτολογικές | ανεκδοτολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →