ανεκμετάλλευτος
•
- αναξιοποίητος, που δεν έχει αξιοποιηθεί (συχνότερα κυρίως γιια τον εθνικό πλούτο και πάντως όχι για έμψυχα) Βικιλεξικό
- ανεκμετάλλευτος ορυκτός πλούτος, δασικός πλούτος
- Δεν αφήνουν τίποτα ανεκμετάλλευτο, βγάζουν κι από τη μύγα ξίγκι, όλα τα έχουν εμπορευματοποιήσει
Ετυμολογία
ανεκμετάλλευτος (λόγιο) < α- στερητικό + εκμεταλλεύομαι + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεκμετάλλευτος | ανεκμετάλλευτη | ανεκμετάλλευτο |
| Γενική | ανεκμετάλλευτου | ανεκμετάλλευτης | ανεκμετάλλευτου |
| Αιτιατική | ανεκμετάλλευτο | ανεκμετάλλευτη | ανεκμετάλλευτο |
| Κλητική | ανεκμετάλλευτε | ανεκμετάλλευτη | ανεκμετάλλευτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεκμετάλλευτοι | ανεκμετάλλευτες | ανεκμετάλλευτα |
| Γενική | ανεκμετάλλευτων | ανεκμετάλλευτων | ανεκμετάλλευτων |
| Αιτιατική | ανεκμετάλλευτους | ανεκμετάλλευτες | ανεκμετάλλευτα |
| Κλητική | ανεκμετάλλευτοι | ανεκμετάλλευτες | ανεκμετάλλευτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →