Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανεκτίμητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει εκτιμηθεί, που η αξία του δεν έχει καθοριστεί Βικιλεξικό
  2. που είναι πολύτιμος σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορεί κάποιος να ορίσει την αξία του αριθμητικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανεκτίμητος < (καθαρεύουσα) ἀνεκτίμητος στερητικό ἀν- στερητικό ἐκτιμῶ, ἐκτιμη- + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεκτίμητοςανεκτίμητηανεκτίμητο
Γενικήανεκτίμητουανεκτίμητηςανεκτίμητου
Αιτιατικήανεκτίμητοανεκτίμητηανεκτίμητο
Κλητικήανεκτίμητεανεκτίμητηανεκτίμητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεκτίμητοιανεκτίμητεςανεκτίμητα
Γενικήανεκτίμητωνανεκτίμητωνανεκτίμητων
Αιτιατικήανεκτίμητουςανεκτίμητεςανεκτίμητα
Κλητικήανεκτίμητοιανεκτίμητεςανεκτίμητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →