ανεκτίμητος
•
- που δεν έχει εκτιμηθεί, που η αξία του δεν έχει καθοριστεί Βικιλεξικό
- που είναι πολύτιμος σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορεί κάποιος να ορίσει την αξία του αριθμητικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανεκτίμητος < (καθαρεύουσα) ἀνεκτίμητος στερητικό ἀν- στερητικό ἐκτιμῶ, ἐκτιμη- + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεκτίμητος | ανεκτίμητη | ανεκτίμητο |
| Γενική | ανεκτίμητου | ανεκτίμητης | ανεκτίμητου |
| Αιτιατική | ανεκτίμητο | ανεκτίμητη | ανεκτίμητο |
| Κλητική | ανεκτίμητε | ανεκτίμητη | ανεκτίμητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεκτίμητοι | ανεκτίμητες | ανεκτίμητα |
| Γενική | ανεκτίμητων | ανεκτίμητων | ανεκτίμητων |
| Αιτιατική | ανεκτίμητους | ανεκτίμητες | ανεκτίμητα |
| Κλητική | ανεκτίμητοι | ανεκτίμητες | ανεκτίμητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →