ανεκτύπωτος
•
- που δεν έχει εκτυπωθεί ή δεν μπορεί να εκτυπωθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανεκτύπωτος < αν- (στερητικό α-) + εκτυπ(ώνω) + -ωτος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεκτύπωτος | ανεκτύπωτη | ανεκτύπωτο |
| Γενική | ανεκτύπωτου | ανεκτύπωτης | ανεκτύπωτου |
| Αιτιατική | ανεκτύπωτο | ανεκτύπωτη | ανεκτύπωτο |
| Κλητική | ανεκτύπωτε | ανεκτύπωτη | ανεκτύπωτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεκτύπωτοι | ανεκτύπωτες | ανεκτύπωτα |
| Γενική | ανεκτύπωτων | ανεκτύπωτων | ανεκτύπωτων |
| Αιτιατική | ανεκτύπωτους | ανεκτύπωτες | ανεκτύπωτα |
| Κλητική | ανεκτύπωτοι | ανεκτύπωτες | ανεκτύπωτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →