ανελίσσομαι
•
- λόγιοεξελίσσομαι, αναπτύσσομαι Βικιλεξικό
- λόγιοκινούμαι με ελικοειδή τρόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανελίσσομαι < αρχαία ελληνική ἀνελίσσομαι, παθητική φωνή του ρήματος ἀνελίσσω / ἀνελίττω / ἀνειλίσσω < ἑλίσσω
Άλλοι τύποι
ανελίσσω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →