ανελαστικότητα
•
- η έλλειψη ελαστικότητας σε κάτι με υλική υπόσταση Βικιλεξικό
- ανελαστικότητα υφάσματος, σωλήνα, δομικών υλικών, σκελετού
- η έλλειψη ελαστικότητας σε συμπεριφορά, η άτεγκτη στάση, η εμμονή στο "γράμμα του νόμου", η αδιάλλακτη στάση, η επιμονή στην τήρηση κάποιων αυστηρών ορίων Βικιλεξικό
- οικονομίαη μη μεταβολή στην τιμή, στην παραγωγή, στην κατανάλωση, στη ζήτηση Βικιλεξικό
- η ανελαστικότητα των τιμών
- η ανελαστικότητα στην κατανάλωση καπνού, δηλαδή το γεγονός ότι η αύξηση της τιμής του δεν μειώνει την κατανάλωση, δείχνει ότι…
Ετυμολογία
ανελαστικότητα < ανελαστικ(ός) + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανελαστικότητα | ανελαστικότητες |
| Γενική | ανελαστικότητας | ανελαστικοτήτων |
| Αιτιατική | ανελαστικότητα | ανελαστικότητες |
| Κλητική | ανελαστικότητα | ανελαστικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →