Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανελικτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την ανέλιξη ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. που είναι δυνατόν να ξετυλιχτεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανελικτικός < ανα- + (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἑλικτός < ἑλίσσω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανελικτικόςανελικτικήανελικτικό
Γενικήανελικτικούανελικτικήςανελικτικού
Αιτιατικήανελικτικόανελικτικήανελικτικό
Κλητικήανελικτικέανελικτικήανελικτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανελικτικοίανελικτικέςανελικτικά
Γενικήανελικτικώνανελικτικώνανελικτικών
Αιτιατικήανελικτικούςανελικτικέςανελικτικά
Κλητικήανελικτικοίανελικτικέςανελικτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →