ανεμίζω
•
- με κινεί ο άνεμος Βικιλεξικό
- η σημαία ανεμίζει
- κουνάω κάτι στον αέρα Βικιλεξικό
- ανεμίζω' ένα μαντήλι σε αποχαιρετισμό
- λαϊκότροποαντί του εξανεμίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανεμίζω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀνεμίζω (μεταφέρομαι από τον άνεμο). Συγχρονικά αναλύεται σε άνεμ(ος) + -ίζω.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανεμίζω | ανεμίζεις | ανεμίζει | ανεμίζουμε | ανεμίζετε | ανεμίζουν / ανεμίζουνε |
| Παρατατικός | ανέμιζα | ανέμιζες | ανέμιζε | ανεμίζαμε | ανεμίζατε | ανέμιζαν / ανεμίζαν / ανεμίζανε |
| Αόριστος | ανέμισα | ανέμισες | ανέμισε | ανεμίσαμε | ανεμίσατε | ανέμισαν / ανεμίσαν / ανεμίσανε |
| Μέλλοντας | θα ανεμίζω / θα ανεμίσω | θα ανεμίζεις / θα ανεμίσεις | θα ανεμίζει / θα ανεμίσει | θα ανεμίζουμε / θα ανεμίσουμε | θα ανεμίζετε / θα ανεμίσετε | θα ανεμίζουν / θα ανεμίζουνε / θα ανεμίσουν / θα ανεμίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ανεμίσει | έχεις ανεμίσει | έχει ανεμίσει | έχουμε ανεμίσει | έχετε ανεμίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανεμίσει | είχες ανεμίσει | είχε ανεμίσει | είχαμε ανεμίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανεμίσει / να ανεμίζω / να ανεμίσω | να έχεις ανεμίσει / να ανεμίζεις / να ανεμίσεις | να έχει ανεμίσει / να ανεμίζει / να ανεμίσει | να έχουμε ανεμίσει / να ανεμίζουμε / να ανεμίσουμε | να έχετε ανεμίσει / να ανεμίζετε / να ανεμίσετε | να ανεμίζουν / να ανεμίζουνε / να ανεμίσουν / να ανεμίσουνε |
| Προστακτική | — | ανέμιζε / ανέμισε | — | — | ανεμίζετε / ανεμίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →