ανεμική
•
- σφοδρός άνεμος, θύελλα, ανεμοθύελλα Βικιλεξικό
- Μὰ ξάφνου ξέσπασε σφοδρὴ μιὰ ἀνεμική, τοῦ σούρπου ἡ στρίγγλα, (Νίκος Καζαντζάκης (μτφ.), Οδύσσεια, στο περιοδικό Νέα Εστία τχ. 15-39 (1 Αυγούστου 1928), σελ. 675)
Ετυμολογία
ανεμική < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου ανεμικός < άνεμος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεμική | ανεμικές |
| Γενική | ανεμικής | ανεμικών |
| Αιτιατική | ανεμική | ανεμικές |
| Κλητική | ανεμική | ανεμικές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →