ανεμικό
•
- ιδιωματικόξωτικός, πνεύμα, αερικό, στοιχειό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανεμικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο ανεμικός < άνεμος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεμικό | ανεμικά |
| Γενική | ανεμικού | ανεμικών |
| Αιτιατική | ανεμικό | ανεμικά |
| Κλητική | ανεμικό | ανεμικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →