ανεμιστήρας
•
- συσκευή που παράγει ρεύματα αέρα και χρησιμοποιείται για την ψύξη χώρων ή πραγμάτων Βικιλεξικό
- Τὸ πρωὶ ξύπνησα εὐχάριστα μέσα στὴν αὔρα ποὺ δημιουργοῦσε ὁ ἀνεμιστήρας στὸ ταβάνι τοῦ δωματίου στὸ παλάτι τοῦ Μαχαραγιᾶ πού ’χε γίνει ξενοδοχεῖο.
Ετυμολογία
ανεμιστήρας < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀνεμιστήρ, (μαρτυρείται από το 1876) μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική ventilateurΜορφολογικά αναλύεται σε (ανεμίζω) ανεμισ- + -τήρας. Δείτε και το εξαεριστήρας, βεντιλατέρ.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεμιστήρας | ανεμιστήρες |
| Γενική | ανεμιστήρα | ανεμιστήρων |
| Αιτιατική | ανεμιστήρα | ανεμιστήρες |
| Κλητική | ανεμιστήρα | ανεμιστήρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →