Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανεμιστήρας

/a.ne.miˈsti.ɾas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. συσκευή που παράγει ρεύματα αέρα και χρησιμοποιείται για την ψύξη χώρων ή πραγμάτων Βικιλεξικό
    • Τὸ πρωὶ ξύπνησα εὐχάριστα μέσα στὴν αὔρα ποὺ δημιουργοῦσε ὁ ἀνεμιστήρας στὸ ταβάνι τοῦ δωματίου στὸ παλάτι τοῦ Μαχαραγιᾶ πού ’χε γίνει ξενοδοχεῖο.

Ετυμολογία

ανεμιστήρας < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀνεμιστήρ, (μαρτυρείται από το 1876) μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική ventilateurΜορφολογικά αναλύεται σε (ανεμίζω) ανεμισ- + -τήρας. Δείτε και το εξαεριστήρας, βεντιλατέρ.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανεμιστήραςανεμιστήρες
Γενικήανεμιστήραανεμιστήρων
Αιτιατικήανεμιστήραανεμιστήρες
Κλητικήανεμιστήραανεμιστήρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →