Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανεμοβρόχι

/a.ne.moˈvɾo.çi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. βροχή με ισχυρό άνεμο Βικιλεξικό
    • Το θολό φινιστρίνι καδράριζε το γκρίζο περίγραμμα της στεριάς που ξεμύτιζε πέρα στον ορίζοντα με την μπλε λωρίδα να έρχεται και να φεύγει, μέχρι που το πελώριο κύμα θρυμμάτισε την εικόνα, την εξαφάνισε πίσω από το ανεμοβρόχι. (Μαίρη Βασάλου, Η πόρτα: μυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη, 2001, σελ. 347)

Ετυμολογία

ανεμοβρόχι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀνεμοβρόχιν. Συγχρονικά αναλύεται σε ανεμο- + βροχ(ή) + -ι. Δείτε και ανεμόβροχο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανεμοβρόχιανεμοβρόχια
Γενικήανεμοβροχιούανεμοβροχιών
Αιτιατικήανεμοβρόχιανεμοβρόχια
Κλητικήανεμοβρόχιανεμοβρόχια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →