ανεμογραφικός
•
- μετεωρολογίαο σχετικός με ανεμογράφο. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανεμογραφικός < ανεμογράφος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεμογραφικός | ανεμογραφική | ανεμογραφικό |
| Γενική | ανεμογραφικού | ανεμογραφικής | ανεμογραφικού |
| Αιτιατική | ανεμογραφικό | ανεμογραφική | ανεμογραφικό |
| Κλητική | ανεμογραφικέ | ανεμογραφική | ανεμογραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεμογραφικοί | ανεμογραφικές | ανεμογραφικά |
| Γενική | ανεμογραφικών | ανεμογραφικών | ανεμογραφικών |
| Αιτιατική | ανεμογραφικούς | ανεμογραφικές | ανεμογραφικά |
| Κλητική | ανεμογραφικοί | ανεμογραφικές | ανεμογραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →