Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανεμογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. μετεωρολογίαο σχετικός με ανεμογράφο. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανεμογραφικός < ανεμογράφος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεμογραφικόςανεμογραφικήανεμογραφικό
Γενικήανεμογραφικούανεμογραφικήςανεμογραφικού
Αιτιατικήανεμογραφικόανεμογραφικήανεμογραφικό
Κλητικήανεμογραφικέανεμογραφικήανεμογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεμογραφικοίανεμογραφικέςανεμογραφικά
Γενικήανεμογραφικώνανεμογραφικώνανεμογραφικών
Αιτιατικήανεμογραφικούςανεμογραφικέςανεμογραφικά
Κλητικήανεμογραφικοίανεμογραφικέςανεμογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →