ανεμοδούρα
•
- ανεμοδείκτης Βικιλεξικό
- Ἡ γριὰ τῆς ἔδωκε δύο ἢ τρία μεταξωτὰ καὶ ὀλίγα βαμβακερὰ φορέματα, δύο χαλκώματα, μισήν δουζίναν χουλιαράκια του γλυκοῦ, δύο προσκέφαλα, τρία σινδόνια, μίαν σκάφη καὶ μίαν ἀνεμοδούραν, ἔγραψεν εἰς τὸ προικοσύμφωνον πεντακοσίας δραχμὰς μέτρημα, τὰς ὁποίας εἶναι ἄδηλον ἂν εἶχε σκοπὸν ποτὲ νὰ δώσῃ, καὶ μὲ αὐτὰ τοὺς «ἐκουκούλωσε». (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Έρως Ήρως, 1897)
- ανεμοστρόβιλος Βικιλεξικό
- αλλοπρόσαλλος, κυκλοθυμικός άνθρωπος, που είναι άστατος επειδή παρασύρεται εύκολα Βικιλεξικό
- Τι ζητάς, μωρέ, μεταλείο; έλεγα με το νου μου. Πού πας και χάνεσαι, ανεμοδούρη; Νά το αληθινό μεταλλείο, χώσου με τα μούτρα, άνοιξε γαλαρίες! (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, [μυθιστόρημα], 1946)
Ετυμολογία
ανεμοδούρα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀνεμοδούριον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεμοδούρα | ανεμοδούρες |
| Γενική | ανεμοδούρας | — |
| Αιτιατική | ανεμοδούρα | ανεμοδούρες |
| Κλητική | ανεμοδούρα | ανεμοδούρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →