Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανεμοδόχη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. οποιαδήποτε κατασκευή υποδοχής ανέμου, συνηθέστερα για φυσικό εξαερισμό Βικιλεξικό
  2. ναυτικός όροςη όρθια σωληνωτή κατασκευή με γωνιακή απόληξη 90 μοίρες και διπλάσιας διαμέτρου, που φερόταν παλαιότερα στα καταστρώματα των πλοίων για φυσικό εξαερισμό των εσωτερικών χώρων. Βικιλεξικό
    • οι ανεμοδόχες λειτουργούσαν με το ρεύμα ανέμου που δημιουργούσε η κίνηση του πλοίου, φέροντας λαβές μπορούσε να στραφεί το άνοιγμά τους προς όποια κατεύθυνση του ορίζοντα, διακρίνονταν δε σε εισαγωγής ή κατάθλιψης, (οι στρεφόμενες προς τον άνεμο) και σε εξαγωγής ή απορρόφησης (οι στρεφόμενες αντίθετα του ανέμου, δημιουργώντας υποπίεση)

Ετυμολογία

ανεμοδόχη < άνεμος + -δόχη < δέχομαι, (καθαρεύουσα: ανεμοδόχος αρσενικό)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανεμοδόχηανεμοδόχες
Γενικήανεμοδόχηςανεμοδοχών
Αιτιατικήανεμοδόχηανεμοδόχες
Κλητικήανεμοδόχηανεμοδόχες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →