ανεμοδόχος
•
- κατασκευή κυλινδρικού σχήματος η οποία χρησιμοποιείται για τον εξαερισμό περίκλειστου χώρου. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανεμοδόχος < ανεμο- + -δόχος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεμοδόχος | ανεμοδόχοι |
| Γενική | ανεμοδόχου | ανεμοδόχων |
| Αιτιατική | ανεμοδόχο | ανεμοδόχους |
| Κλητική | ανεμοδόχε | ανεμοδόχοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →