ανεμοθύελλα
•
- άνεμοςέντονοι άνεμοι (τυπικά άνω των 8-9 μποφόρ για να χαρακτηριστεί θύελλα) Βικιλεξικό
- Μέσα στὸν ὕπνο καὶ στὴ νύχτα τοῦ φάνηκε, πὼς ὁ χιονένιος ὄγκος, ὅπου κοιμόταν, γλίστρησε μαζὶ μὲ τὸν ἴδιο, ὕστερα τὸ χιόνι ὅλο γύρω του γκρεμίστηκε, διαλύθηκε, κι ὁ ἴδιος ἔμεινε μόνος μέσα στὴν ἀνεμοθύελλα. (Αντρέι Πλατόνοβ, Το ταξίδι του σπουργίτη, στο περιοδικό Νέα Εστία τεύχος 1347 (15 Αυγούστου 1983), τόμ. 114, σελ. 990)
Ετυμολογία
ανεμοθύελλα < ανεμο- + θύελλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεμοθύελλα | ανεμοθύελλες |
| Γενική | ανεμοθύελλας | — |
| Αιτιατική | ανεμοθύελλα | ανεμοθύελλες |
| Κλητική | ανεμοθύελλα | ανεμοθύελλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →