Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανεμοκαύκαλος

/a.ne.moˈkaf.ka.los/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ελαφρόμυαλος Βικιλεξικό
    • ο ανεμοκαύκαλος λαός πηδάει και χαίρεται θαρρώντας / πως ο βαρύς Θεός συνάκουσε το κάλεσμα του ανθρώπου (Νίκος Καζαντζάκης, Οδύσσεια)

Ετυμολογία

ανεμοκαύκαλος < ανεμο- + καύκαλ(ο) + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεμοκαύκαλοςανεμοκαύκαληανεμοκαύκαλο
Γενικήανεμοκαύκαλουανεμοκαύκαληςανεμοκαύκαλου
Αιτιατικήανεμοκαύκαλοανεμοκαύκαληανεμοκαύκαλο
Κλητικήανεμοκαύκαλεανεμοκαύκαληανεμοκαύκαλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεμοκαύκαλοιανεμοκαύκαλεςανεμοκαύκαλα
Γενικήανεμοκαύκαλωνανεμοκαύκαλωνανεμοκαύκαλων
Αιτιατικήανεμοκαύκαλουςανεμοκαύκαλεςανεμοκαύκαλα
Κλητικήανεμοκαύκαλοιανεμοκαύκαλεςανεμοκαύκαλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →