ανεμομαζώματα, διαβολοσκορπίσματα
•
- μεταφορικάόσα φέρνει τυχαία ο άνεμος (που δεν έχει αγωνιστεί κάποιος για να τα αποκτήσει), σκορπίζονται χωρίς να πιάσουν τόπο σε κάτι καλό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανεμομαζώματα, διαβολοσκορπίσματα < ανεμομάζωμα & + διαβολοσκόρπισμα (στον πληθυντικό)
Άλλοι τύποι
ανεμομαζώματαδιαβολοσκορπίσματα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →