Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανεμοπορία

/a.ne.mo.poˈɾi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το είδος πετάγματος που κάνουν τα πουλιά κρατώντας σταθερά τα φτερά τους και αφήνοντας το σώμα τους να παρασύρεται από τον άνεμο Βικιλεξικό
    • «Οι ελιγμοί της δυναμικής ανεμοπορίας εξάγουν ενέργεια από αυτό το πεδίο επιτρέποντας στα άλμπατρος να πετούν σε οποιαδήποτε κατεύθυνση, ακόμη και κόντρα στον άνεμο, χωρίς σχεδόν καθόλου προσπάθεια» σημείωσε ο καθηγητής. (Θεοδώρα Τσώλη, Πώς πετούν τα άλμπατρος χωρίς να κουράζονται, εφημερίδα Το Βήμα, 3 Δεκεμβρίου 2011)
  2. το πέταγμα με μικρά αεροσκάφη που δεν έχουν κινητήρα αλλά χρησιμοποιούν τα ρεύματα του αέρα Βικιλεξικό
    • Ο Τούρκος χειριστής αντέδρασε ψύχραιμα και αφού ακολούθησε τις διαδικασίες και με ανεμοπορία, κατόρθωσε να προσγειώσει το αεροσκάφος στο αεροδρόμιο του Ντάλαμα. (Θρίλερ στο Αιγαίο-Έσβησε ο κινητήρας τουρκικού F-16 την ώρα παραβίασης, εφημερίδα Το Έθνος, 2 Φεβρουαρίου 2019)

Ετυμολογία

ανεμοπορία < ανεμο- + -πορία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανεμοπορίαανεμοπορίες
Γενικήανεμοπορίαςανεμοποριών
Αιτιατικήανεμοπορίαανεμοπορίες
Κλητικήανεμοπορίαανεμοπορίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →