Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανεμοπορώ

ρήμα
•
  1. είμαι ανεμοπόρος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανεμοπορώ < ανεμοπόρος + -ώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςανεμοπορώανεμοπορείςανεμοπορείανεμοπορούμεανεμοπορείτεανεμοπορούν / ανεμοπορούνε
Παρατατικόςανεμοπορούσαανεμοπορούσεςανεμοπορούσεανεμοπορούσαμεανεμοπορούσατεανεμοπορούσαν / ανεμοπορούσανε
Αόριστοςανεμοπόρησαανεμοπόρησεςανεμοπόρησεανεμοπορήσαμεανεμοπορήσατεανεμοπορήσαν / ανεμοπορήσανε / ανεμοπόρησαν
Μέλλονταςθα ανεμοπορήσω / θα ανεμοπορώθα ανεμοπορήσεις / θα ανεμοπορείςθα ανεμοπορήσει / θα ανεμοπορείθα ανεμοπορήσουμε / θα ανεμοπορούμεθα ανεμοπορήσετε / θα ανεμοπορείτεθα ανεμοπορήσουν / θα ανεμοπορήσουνε / θα ανεμοπορούν / θα ανεμοπορούνε
Παρακείμενοςέχω ανεμοπορήσειέχεις ανεμοπορήσειέχει ανεμοπορήσειέχουμε ανεμοπορήσειέχετε ανεμοπορήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ανεμοπορήσειείχες ανεμοπορήσειείχε ανεμοπορήσειείχαμε ανεμοπορήσει——
Υποτακτικήνα έχω ανεμοπορήσει / να ανεμοπορήσω / να ανεμοπορώνα έχεις ανεμοπορήσει / να ανεμοπορήσεις / να ανεμοπορείςνα έχει ανεμοπορήσει / να ανεμοπορήσει / να ανεμοπορείνα έχουμε ανεμοπορήσει / να ανεμοπορήσουμε / να ανεμοπορούμενα έχετε ανεμοπορήσει / να ανεμοπορήσετε / να ανεμοπορείτενα ανεμοπορήσουν / να ανεμοπορήσουνε / να ανεμοπορούν / να ανεμοπορούνε
Προστακτική—ανεμοπόρει / ανεμοπόρησε——ανεμοπορήστε / ανεμοπορείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →