ανεμοπορώ
•
- είμαι ανεμοπόρος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανεμοπορώ < ανεμοπόρος + -ώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανεμοπορώ | ανεμοπορείς | ανεμοπορεί | ανεμοπορούμε | ανεμοπορείτε | ανεμοπορούν / ανεμοπορούνε |
| Παρατατικός | ανεμοπορούσα | ανεμοπορούσες | ανεμοπορούσε | ανεμοπορούσαμε | ανεμοπορούσατε | ανεμοπορούσαν / ανεμοπορούσανε |
| Αόριστος | ανεμοπόρησα | ανεμοπόρησες | ανεμοπόρησε | ανεμοπορήσαμε | ανεμοπορήσατε | ανεμοπορήσαν / ανεμοπορήσανε / ανεμοπόρησαν |
| Μέλλοντας | θα ανεμοπορήσω / θα ανεμοπορώ | θα ανεμοπορήσεις / θα ανεμοπορείς | θα ανεμοπορήσει / θα ανεμοπορεί | θα ανεμοπορήσουμε / θα ανεμοπορούμε | θα ανεμοπορήσετε / θα ανεμοπορείτε | θα ανεμοπορήσουν / θα ανεμοπορήσουνε / θα ανεμοπορούν / θα ανεμοπορούνε |
| Παρακείμενος | έχω ανεμοπορήσει | έχεις ανεμοπορήσει | έχει ανεμοπορήσει | έχουμε ανεμοπορήσει | έχετε ανεμοπορήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανεμοπορήσει | είχες ανεμοπορήσει | είχε ανεμοπορήσει | είχαμε ανεμοπορήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανεμοπορήσει / να ανεμοπορήσω / να ανεμοπορώ | να έχεις ανεμοπορήσει / να ανεμοπορήσεις / να ανεμοπορείς | να έχει ανεμοπορήσει / να ανεμοπορήσει / να ανεμοπορεί | να έχουμε ανεμοπορήσει / να ανεμοπορήσουμε / να ανεμοπορούμε | να έχετε ανεμοπορήσει / να ανεμοπορήσετε / να ανεμοπορείτε | να ανεμοπορήσουν / να ανεμοπορήσουνε / να ανεμοπορούν / να ανεμοπορούνε |
| Προστακτική | — | ανεμοπόρει / ανεμοπόρησε | — | — | ανεμοπορήστε / ανεμοπορείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →