ανεμοπύρωμα
•
- η πάθηση ερυσίπελας Βικιλεξικό
- Σ’ ετούτο τ’ ανεμοπύρωμα το πολύ φως έβλαφτε, συνέστησε λοιπόν να φράξουν τα παράθυρα και να σκεπάσουν το ηλεκτρικό φως. (Μένης Κουμανταρέας, Τα μηχανάκια, (Αθήνα: Πατάκης, 2019), σελ. 61)
Ετυμολογία
ανεμοπύρωμα < ανεμο- + πύρωμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεμοπύρωμα | ανεμοπυρώματα |
| Γενική | ανεμοπυρώματος | ανεμοπυρωμάτων |
| Αιτιατική | ανεμοπύρωμα | ανεμοπυρώματα |
| Κλητική | ανεμοπύρωμα | ανεμοπυρώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →