Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανεμοσούρι

/a.ne.moˈsu.ɾi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μετεωρολογίαδυνατός άνεμος μαζί με χιόνι Βικιλεξικό
  2. άνεμοςισχυρός άνεμος Βικιλεξικό
    • Το πιστικούδι πήγαινε μπροστά, κρατώντας στο δεξί του χέρι μια μεγάλη δαύλα αναμμένη και την έσερνε πέρα δώθε για να φέγγει τον δρόμο, γιατί τ' ανεμοσούρι δεν άφηνε ούτε λαμπάδα, ούτε δαδί αναμμένο.
  3. το συσσωρευμένο από τον αέρα χιόνι Βικιλεξικό
    • Το τμήμα αυτό της Εγνατίας είχε κλείσει πέρυσι και πρόπερσι εξαιτίας του χιονιού, έκλεισε και χθες από το δυνατό «ανεμοσούρι» δημιουργώντας ερωτήματα για τον τρόπο που σχεδιάστηκε η Εγνατία Οδός σε αυτήν την περιοχή.
    • άλλες μορφές: ανεμοσούρισμα
  4. ιδίως στον πληθυντικόη βοή του ανέμου Βικιλεξικό
    • της ρεματιάς τ' ανεμοσούρια

Ετυμολογία

ανεμοσούρι < ανεμοσουρ(ίζει) + -ι (αναδρομικός σχηματισμός) : Κατά το Λεξικό 'Τριανταφυλλίδη', κληρονομημένο από την ελληνιστική κοινή ἀνεμόσουρις + -ιον > (-ι)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανεμοσούριανεμοσούρια
Γενικήανεμοσουριούανεμοσουριών
Αιτιατικήανεμοσούριανεμοσούρια
Κλητικήανεμοσούριανεμοσούρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →