ανεμπαίζω
•
- εμπαίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανεμπαίζω < μεσαιωνική ελληνική ἀνεμπαίζω < ανα- + αρχαία ελληνική ἐμπαίζω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
ανεμπαίζω < μεσαιωνική ελληνική ἀνεμπαίζω < ανα- + αρχαία ελληνική ἐμπαίζω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →