Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανεμόκουνια

/a.neˈmo.ku.ɲa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αιώρα Βικιλεξικό
    • Καρδιὰ σκιστὴ σὲ δύο εἶχε αὐτός, ποῦ η πικρία τόνε θλίβει / σὰν ἀνεμόκουνια ἔρχονταν καὶ πήαινε στὸ καλύβι. (Λορέντζος Μαβίλης, Μαχαμπχαράτα: Νάλλας καὶ Νταμαγιάντη, books.google.gr)

Ετυμολογία

ανεμόκουνια < ανεμό- + κούνια

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανεμόκουνιαανεμόκουνιες
Γενικήανεμόκουνιας—
Αιτιατικήανεμόκουνιαανεμόκουνιες
Κλητικήανεμόκουνιαανεμόκουνιες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →