ανεμόκουνια
•
- αιώρα Βικιλεξικό
- Καρδιὰ σκιστὴ σὲ δύο εἶχε αὐτός, ποῦ η πικρία τόνε θλίβει / σὰν ἀνεμόκουνια ἔρχονταν καὶ πήαινε στὸ καλύβι. (Λορέντζος Μαβίλης, Μαχαμπχαράτα: Νάλλας καὶ Νταμαγιάντη, books.google.gr)
Ετυμολογία
ανεμόκουνια < ανεμό- + κούνια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεμόκουνια | ανεμόκουνιες |
| Γενική | ανεμόκουνιας | — |
| Αιτιατική | ανεμόκουνια | ανεμόκουνιες |
| Κλητική | ανεμόκουνια | ανεμόκουνιες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →