ανεμόπληκτος
•
- που εκτίθεται στον άνεμο Βικιλεξικό
- Ἀλλ’ ἐὰν βλέπῃς ἐν ἐμοὶ πολέμιον / γόνον ὑπόπτου τῷ πατρί σου σου γενεᾶς / καὶ μισουμένης, μ’ ἔχεις εἰς τὰς χεῖράς σου· / διάθες τὴν ζωήν μου· ἀνεμόπληκτος, / εἰς τρικυμίας μέχρι τοῦδ’ ἐφέρετο. (Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, Δούκας. books.google.gr)
Ετυμολογία
ανεμόπληκτος < ανεμό- + -πληκτος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεμόπληκτος | ανεμόπληκτη | ανεμόπληκτο |
| Γενική | ανεμόπληκτου | ανεμόπληκτης | ανεμόπληκτου |
| Αιτιατική | ανεμόπληκτο | ανεμόπληκτη | ανεμόπληκτο |
| Κλητική | ανεμόπληκτε | ανεμόπληκτη | ανεμόπληκτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεμόπληκτοι | ανεμόπληκτες | ανεμόπληκτα |
| Γενική | ανεμόπληκτων | ανεμόπληκτων | ανεμόπληκτων |
| Αιτιατική | ανεμόπληκτους | ανεμόπληκτες | ανεμόπληκτα |
| Κλητική | ανεμόπληκτοι | ανεμόπληκτες | ανεμόπληκτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →