ανεμόπτερο
•
- αεροπορικός όροςμικρό ιπτάμενο σκάφος το οποίο δεν διαθέτει κινητήρα Βικιλεξικό
- Οι αρμόδιοι υπάλληλοι που είχαν υπηρεσία στην τοπική Υ.Π.Α., ειδοποίησαν αμέσως τις αρμόδιες αρχές ότι το ανεμόπτερο πετούσε χωρίς να του έχει δοθεί η σχετική άδεια, διαταράσσοντας έτσι την εναέρια κυκλοφορία στο διεθνές αεροδρόμιο της Κέρκυρας. (Μάνος Τσαγκαράκης, Προβλήματα από την πτήση ανεμόπτερου στην Κέρκυρα, εφημερίδα Πρώτο Θέμα, 10 Σεπτεμβρίου 2018)
Ετυμολογία
ανεμόπτερο < (καθαρεύουσα) ἀνεμόπτερον < ανεμό- + πτερόν
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεμόπτερο | ανεμόπτερα |
| Γενική | ανεμοπτέρου / ανεμόπτερου | ανεμοπτέρων / ανεμόπτερων |
| Αιτιατική | ανεμόπτερο | ανεμόπτερα |
| Κλητική | ανεμόπτερο | ανεμόπτερα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →