ανεμότρατα
•
- ναυτικός όροςψαροκάικο δίχως μηχανή, ιστιοφόρο, που απλώνει δίχτυα σε βαθιά νερά, σε αντιδιαστολή προς την μηχανότρατα Βικιλεξικό
- «Πενήντα λεφτά τα ψάρια! Πενήντα η ανεμότρατα! Πέντε δεκάρες!» έλεγε μία όμορφη μεταλλική φωνή· και στον ίδιο καιρό ο λαχανάς τραγουδιστά επρόσφερνε το είδος του, ραντίζοντας τα πράσινα χόρτα που είταν απλωμένα στην αυλή, πάνου σε ξύλινα κατηφορητά κρεβάτια
- Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Η τιμή και το χρήμα, κεφάλαιο ΙΒ΄, 1912
- ο μηχανισμός για το δίχτυ της ανεμότρατας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανεμότρατα < ανεμό- + τράτα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεμότρατα | ανεμότρατες |
| Γενική | ανεμότρατας | — |
| Αιτιατική | ανεμότρατα | ανεμότρατες |
| Κλητική | ανεμότρατα | ανεμότρατες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →