ανεμόχολο
•
- μετεωρολογίαανεμοθύελλα Βικιλεξικό
- Τσάκιζε στὸ κάθε πάτημα, ταιριάζοντας ἔτσι μὲ κυπαρίσσι ποὺ τὸ λυγάει καὶ τὸ ξανασηκώνει ὁ ἀγέρας μὲ τ’ ἀνεμόχολο. (Νικόλαος Πετιμεζάς - Λαύρας, «Μάταιος αγώνας», στο περιοδικό Νέα Εστία, τεύχος 685-686 (15 Ιανουαρίου-1 Φεβρουαρίου 1956), τόμ. 59, σελ. 125)
Ετυμολογία
ανεμόχολο < ανεμό- + χολ(ή) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεμόχολο | ανεμόχολα |
| Γενική | ανεμόχολου | ανεμόχολων |
| Αιτιατική | ανεμόχολο | ανεμόχολα |
| Κλητική | ανεμόχολο | ανεμόχολα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →