ανενταφίαστος
•
- που δεν έχει ενταφιαστεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανενταφίαστος < αν- (στερητικό α-) + ενταφιάζω ενταφιασ- + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανενταφίαστος | ανενταφίαστη | ανενταφίαστο |
| Γενική | ανενταφίαστου | ανενταφίαστης | ανενταφίαστου |
| Αιτιατική | ανενταφίαστο | ανενταφίαστη | ανενταφίαστο |
| Κλητική | ανενταφίαστε | ανενταφίαστη | ανενταφίαστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανενταφίαστοι | ανενταφίαστες | ανενταφίαστα |
| Γενική | ανενταφίαστων | ανενταφίαστων | ανενταφίαστων |
| Αιτιατική | ανενταφίαστους | ανενταφίαστες | ανενταφίαστα |
| Κλητική | ανενταφίαστοι | ανενταφίαστες | ανενταφίαστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →