Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανεντόπιστος

/a.nenˈdo.pi.stos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει εντοπιστεί ή δεν είναι δυνατόν να εντοπιστεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανεντόπιστος < αν- στερητικό + εντοπισ- (εντοπίζω) + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεντόπιστοςανεντόπιστηανεντόπιστο
Γενικήανεντόπιστουανεντόπιστηςανεντόπιστου
Αιτιατικήανεντόπιστοανεντόπιστηανεντόπιστο
Κλητικήανεντόπιστεανεντόπιστηανεντόπιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεντόπιστοιανεντόπιστεςανεντόπιστα
Γενικήανεντόπιστωνανεντόπιστωνανεντόπιστων
Αιτιατικήανεντόπιστουςανεντόπιστεςανεντόπιστα
Κλητικήανεντόπιστοιανεντόπιστεςανεντόπιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →