ανεντόπιστος
•
- που δεν έχει εντοπιστεί ή δεν είναι δυνατόν να εντοπιστεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανεντόπιστος < αν- στερητικό + εντοπισ- (εντοπίζω) + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεντόπιστος | ανεντόπιστη | ανεντόπιστο |
| Γενική | ανεντόπιστου | ανεντόπιστης | ανεντόπιστου |
| Αιτιατική | ανεντόπιστο | ανεντόπιστη | ανεντόπιστο |
| Κλητική | ανεντόπιστε | ανεντόπιστη | ανεντόπιστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεντόπιστοι | ανεντόπιστες | ανεντόπιστα |
| Γενική | ανεντόπιστων | ανεντόπιστων | ανεντόπιστων |
| Αιτιατική | ανεντόπιστους | ανεντόπιστες | ανεντόπιστα |
| Κλητική | ανεντόπιστοι | ανεντόπιστες | ανεντόπιστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →