ανεξέταστος
•
- χωρίς να έχει υποβληθεί σε εξέταση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανεξέταστος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνεξέταστος. Συγχρονικά αναλύεται σε αν- στερητικό + εξετασ- (εξετάζω) + -τος.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεξέταστος | ανεξέταστη | ανεξέταστο |
| Γενική | ανεξέταστου | ανεξέταστης | ανεξέταστου |
| Αιτιατική | ανεξέταστο | ανεξέταστη | ανεξέταστο |
| Κλητική | ανεξέταστε | ανεξέταστη | ανεξέταστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεξέταστοι | ανεξέταστες | ανεξέταστα |
| Γενική | ανεξέταστων | ανεξέταστων | ανεξέταστων |
| Αιτιατική | ανεξέταστους | ανεξέταστες | ανεξέταστα |
| Κλητική | ανεξέταστοι | ανεξέταστες | ανεξέταστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →