Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανεξήγητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν μπορεί να τον εξηγήσει κάτι, δίχως λογική ερμηνεία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανεξήγητος < (ελληνιστική κοινή)ἀνεξήγητος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεξήγητοςανεξήγητηανεξήγητο
Γενικήανεξήγητουανεξήγητηςανεξήγητου
Αιτιατικήανεξήγητοανεξήγητηανεξήγητο
Κλητικήανεξήγητεανεξήγητηανεξήγητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεξήγητοιανεξήγητεςανεξήγητα
Γενικήανεξήγητωνανεξήγητωνανεξήγητων
Αιτιατικήανεξήγητουςανεξήγητεςανεξήγητα
Κλητικήανεξήγητοιανεξήγητεςανεξήγητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →