ανεξαρτησία
•
- η κατάσταση του ανεξάρτητου Βικιλεξικό
- η απουσία εξαρτήσεων (από άλλον άνθρωπο, συνθήκες, επιρροές, προκαταλήψεις κλπ) Βικιλεξικό
- η ανεξαρτησία της γυναίκας, η ανεξαρτησία του πνεύματος, οικονομική ανεξαρτησία
- η αυτόνομη πολιτική συγκρότηση και πορεία ενός έθνους, μίας χώρας, η ελευθερία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανεξαρτησία < αν- στερητικό + εξάρτηση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεξαρτησία | ανεξαρτησίες |
| Γενική | ανεξαρτησίας | ανεξαρτησιών |
| Αιτιατική | ανεξαρτησία | ανεξαρτησίες |
| Κλητική | ανεξαρτησία | ανεξαρτησίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →