ανεξαρτητοποιούμαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος ανεξαρτητοποιώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανεξαρτητοποιούμαι | ανεξαρτητοποιείσαι | ανεξαρτητοποιείται | ανεξαρτητοποιούμαστε | ανεξαρτητοποιείστε | ανεξαρτητοποιούνται |
| Παρατατικός | ανεξαρτητοποιούμουν | ανεξαρτητοποιούσουν | ανεξαρτητοποιούνταν | ανεξαρτητοποιούμασταν / ανεξαρτητοποιούμαστε | ανεξαρτητοποιούσασταν / ανεξαρτητοποιούσαστε | ανεξαρτητοποιούνταν |
| Αόριστος | ανεξαρτητοποιήθηκα | ανεξαρτητοποιήθηκες | ανεξαρτητοποιήθηκε | ανεξαρτητοποιηθήκαμε | ανεξαρτητοποιηθήκατε | ανεξαρτητοποιήθηκαν / ανεξαρτητοποιηθήκαν / ανεξαρτητοποιηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα ανεξαρτητοποιηθώ / θα ανεξαρτητοποιούμαι | θα ανεξαρτητοποιείσαι / θα ανεξαρτητοποιηθείς | θα ανεξαρτητοποιείται / θα ανεξαρτητοποιηθεί | θα ανεξαρτητοποιηθούμε / θα ανεξαρτητοποιούμαστε | θα ανεξαρτητοποιείστε / θα ανεξαρτητοποιηθείτε | θα ανεξαρτητοποιηθούν / θα ανεξαρτητοποιηθούνε / θα ανεξαρτητοποιούνται |
| Παρακείμενος | έχω ανεξαρτητοποιηθεί | έχεις ανεξαρτητοποιηθεί | έχει ανεξαρτητοποιηθεί | έχουμε ανεξαρτητοποιηθεί | έχετε ανεξαρτητοποιηθεί | έχουν ανεξαρτητοποιηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανεξαρτητοποιηθεί | είχες ανεξαρτητοποιηθεί | είχε ανεξαρτητοποιηθεί | είχαμε ανεξαρτητοποιηθεί | είχατε ανεξαρτητοποιηθεί | είχαν ανεξαρτητοποιηθεί |
| Υποτακτική | να έχω ανεξαρτητοποιηθεί / να ανεξαρτητοποιηθώ / να ανεξαρτητοποιούμαι | να έχεις ανεξαρτητοποιηθεί / να ανεξαρτητοποιείσαι / να ανεξαρτητοποιηθείς | να έχει ανεξαρτητοποιηθεί / να ανεξαρτητοποιείται / να ανεξαρτητοποιηθεί | να έχουμε ανεξαρτητοποιηθεί / να ανεξαρτητοποιηθούμε / να ανεξαρτητοποιούμαστε | να έχετε ανεξαρτητοποιηθεί / να ανεξαρτητοποιείστε / να ανεξαρτητοποιηθείτε | να έχουν ανεξαρτητοποιηθεί / να ανεξαρτητοποιηθούν / να ανεξαρτητοποιηθούνε / να ανεξαρτητοποιούνται |
| Προστακτική | — | ανεξαρτητοποιήσου | — | — | ανεξαρτητοποιείστε / ανεξαρτητοποιηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →