Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανεξαρτητοποιούμαι

ρήμα
•
  1. παθητική φωνή του ρήματος ανεξαρτητοποιώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςανεξαρτητοποιούμαιανεξαρτητοποιείσαιανεξαρτητοποιείταιανεξαρτητοποιούμαστεανεξαρτητοποιείστεανεξαρτητοποιούνται
Παρατατικόςανεξαρτητοποιούμουνανεξαρτητοποιούσουνανεξαρτητοποιούντανανεξαρτητοποιούμασταν / ανεξαρτητοποιούμαστεανεξαρτητοποιούσασταν / ανεξαρτητοποιούσαστεανεξαρτητοποιούνταν
Αόριστοςανεξαρτητοποιήθηκαανεξαρτητοποιήθηκεςανεξαρτητοποιήθηκεανεξαρτητοποιηθήκαμεανεξαρτητοποιηθήκατεανεξαρτητοποιήθηκαν / ανεξαρτητοποιηθήκαν / ανεξαρτητοποιηθήκανε
Μέλλονταςθα ανεξαρτητοποιηθώ / θα ανεξαρτητοποιούμαιθα ανεξαρτητοποιείσαι / θα ανεξαρτητοποιηθείςθα ανεξαρτητοποιείται / θα ανεξαρτητοποιηθείθα ανεξαρτητοποιηθούμε / θα ανεξαρτητοποιούμαστεθα ανεξαρτητοποιείστε / θα ανεξαρτητοποιηθείτεθα ανεξαρτητοποιηθούν / θα ανεξαρτητοποιηθούνε / θα ανεξαρτητοποιούνται
Παρακείμενοςέχω ανεξαρτητοποιηθείέχεις ανεξαρτητοποιηθείέχει ανεξαρτητοποιηθείέχουμε ανεξαρτητοποιηθείέχετε ανεξαρτητοποιηθείέχουν ανεξαρτητοποιηθεί
Υπερσυντέλικοςείχα ανεξαρτητοποιηθείείχες ανεξαρτητοποιηθείείχε ανεξαρτητοποιηθείείχαμε ανεξαρτητοποιηθείείχατε ανεξαρτητοποιηθείείχαν ανεξαρτητοποιηθεί
Υποτακτικήνα έχω ανεξαρτητοποιηθεί / να ανεξαρτητοποιηθώ / να ανεξαρτητοποιούμαινα έχεις ανεξαρτητοποιηθεί / να ανεξαρτητοποιείσαι / να ανεξαρτητοποιηθείςνα έχει ανεξαρτητοποιηθεί / να ανεξαρτητοποιείται / να ανεξαρτητοποιηθείνα έχουμε ανεξαρτητοποιηθεί / να ανεξαρτητοποιηθούμε / να ανεξαρτητοποιούμαστενα έχετε ανεξαρτητοποιηθεί / να ανεξαρτητοποιείστε / να ανεξαρτητοποιηθείτενα έχουν ανεξαρτητοποιηθεί / να ανεξαρτητοποιηθούν / να ανεξαρτητοποιηθούνε / να ανεξαρτητοποιούνται
Προστακτική—ανεξαρτητοποιήσου——ανεξαρτητοποιείστε / ανεξαρτητοποιηθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →