Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανεξασφάλιστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν τον έχουν εξασφαλίσει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανεξασφάλιστος < αν- + εξασφαλίζω + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεξασφάλιστοςανεξασφάλιστηανεξασφάλιστο
Γενικήανεξασφάλιστουανεξασφάλιστηςανεξασφάλιστου
Αιτιατικήανεξασφάλιστοανεξασφάλιστηανεξασφάλιστο
Κλητικήανεξασφάλιστεανεξασφάλιστηανεξασφάλιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεξασφάλιστοιανεξασφάλιστεςανεξασφάλιστα
Γενικήανεξασφάλιστωνανεξασφάλιστωνανεξασφάλιστων
Αιτιατικήανεξασφάλιστουςανεξασφάλιστεςανεξασφάλιστα
Κλητικήανεξασφάλιστοιανεξασφάλιστεςανεξασφάλιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →