ανεξερεύνητο
•
- λόγιοκάτι που δεν έχει εξερευνηθεί ή δεν μπορεί να εξερευνηθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανεξερεύνητο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ανεξερεύνητος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεξερεύνητο | ανεξερεύνητα |
| Γενική | ανεξερεύνητου | ανεξερεύνητων |
| Αιτιατική | ανεξερεύνητο | ανεξερεύνητα |
| Κλητική | ανεξερεύνητο | ανεξερεύνητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →