Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανεπίκαιρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν είναι του παρόντος χρόνου, της τρέχουσας περιόδου Βικιλεξικό
  2. που δεν έχει επικαιροποιηθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανεπίκαιρος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεπίκαιροςανεπίκαιρηανεπίκαιρο
Γενικήανεπίκαιρουανεπίκαιρηςανεπίκαιρου
Αιτιατικήανεπίκαιροανεπίκαιρηανεπίκαιρο
Κλητικήανεπίκαιρεανεπίκαιρηανεπίκαιρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεπίκαιροιανεπίκαιρεςανεπίκαιρα
Γενικήανεπίκαιρωνανεπίκαιρωνανεπίκαιρων
Αιτιατικήανεπίκαιρουςανεπίκαιρεςανεπίκαιρα
Κλητικήανεπίκαιροιανεπίκαιρεςανεπίκαιρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →