Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανεπίκλητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν τον έχουν επικαλεστεί Βικιλεξικό
  2. που δεν τον έχουν καλέσει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανεπίκλητος < αρχαία ελληνική ἀνεπίκλητος < α- + ἐπί + κλητός < καλέω / καλῶ

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεπίκλητοςανεπίκλητηανεπίκλητο
Γενικήανεπίκλητουανεπίκλητηςανεπίκλητου
Αιτιατικήανεπίκλητοανεπίκλητηανεπίκλητο
Κλητικήανεπίκλητεανεπίκλητηανεπίκλητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεπίκλητοιανεπίκλητεςανεπίκλητα
Γενικήανεπίκλητωνανεπίκλητωνανεπίκλητων
Αιτιατικήανεπίκλητουςανεπίκλητεςανεπίκλητα
Κλητικήανεπίκλητοιανεπίκλητεςανεπίκλητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →