ανεπίπλωτος
•
- που δεν έχει επιπλωθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανεπίπλωτος < αν- (στερητικό α-) + επιπλ(ώνω) + -ωτος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεπίπλωτος | ανεπίπλωτη | ανεπίπλωτο |
| Γενική | ανεπίπλωτου | ανεπίπλωτης | ανεπίπλωτου |
| Αιτιατική | ανεπίπλωτο | ανεπίπλωτη | ανεπίπλωτο |
| Κλητική | ανεπίπλωτε | ανεπίπλωτη | ανεπίπλωτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεπίπλωτοι | ανεπίπλωτες | ανεπίπλωτα |
| Γενική | ανεπίπλωτων | ανεπίπλωτων | ανεπίπλωτων |
| Αιτιατική | ανεπίπλωτους | ανεπίπλωτες | ανεπίπλωτα |
| Κλητική | ανεπίπλωτοι | ανεπίπλωτες | ανεπίπλωτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →