ανεπίσημος
•
- ο μη επίσημος, ο καθημερινός, ο συνήθης Βικιλεξικό
- (για ρούχο, ενδυμασία)
- ο άτυπος, αυτός που σίγουρα έχει κύρος και επισημότητα επί της ουσίας, τυπικά, όμως, χαρακτηρίζεται ως ανεπίσημος, επειδή δε θα γίνουν οι ανακοινώσεις που συνήθως γίνονται σε επίσημες επισκέψεις, αλλά και επειδή δε θα ληφθούν (ή δε θα ανακοινωθούν) οριστικές αποφάσεις για κάτι Βικιλεξικό
- η επίσκεψη του Γιούνγκερ ανακοινώθηκε ως ανεπίσημη
- Η ανεπίσημη αντίδραση της κυβέρνησης για την Λαγκάρντ και τις απειλές μέσω Facebook (η κυβέρνηση αντέδρασε, δηλαδή, στις δηλώσεις Λαγκάρντ, αλλά σε ανεπίσημο επίπεδο, όχι με διαβήματα και επίσημες επιστολές)
- ο μη κοινοποιήσιμος, αυτός που λέγεται πληροφοριακά, αλλά όχι για να δημοσιευθεί ή να αποδοθεί ως φράση σε εκείνον που την είπε, παρότι την είπε, ο μη καταγραφόμενος (το "off the record") Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανεπίσημος < αν- (στερητικό α-) + επίσημος, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική unofficial
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεπίσημος | ανεπίσημη | ανεπίσημο |
| Γενική | ανεπίσημου | ανεπίσημης | ανεπίσημου |
| Αιτιατική | ανεπίσημο | ανεπίσημη | ανεπίσημο |
| Κλητική | ανεπίσημε | ανεπίσημη | ανεπίσημο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεπίσημοι | ανεπίσημες | ανεπίσημα |
| Γενική | ανεπίσημων | ανεπίσημων | ανεπίσημων |
| Αιτιατική | ανεπίσημους | ανεπίσημες | ανεπίσημα |
| Κλητική | ανεπίσημοι | ανεπίσημες | ανεπίσημα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →