Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανεπίτρεπτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. απαράδεκτος, που δεν επιτρέπεται από ηθική άποψη (για ενέργειες, όχι για έμψυχα) Βικιλεξικό
    • ανεπίτρεπτη συμπεριφορά
    • ήταν ανεπίτρεπτη η εν κρυπτώ αλλαγή του νόμου για το "πόθεν έσχες"

Ετυμολογία

ανεπίτρεπτος < (καθαρεύουσα) ἀνεπίτρεπτος < ελληνιστική κοινή ἀνεπιτρέπτ(ως) (αναδρομικός σχηματισμός) Μορφολογικά, αν- στερητικό + επιτρεπτός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεπίτρεπτοςανεπίτρεπτηανεπίτρεπτο
Γενικήανεπίτρεπτουανεπίτρεπτηςανεπίτρεπτου
Αιτιατικήανεπίτρεπτοανεπίτρεπτηανεπίτρεπτο
Κλητικήανεπίτρεπτεανεπίτρεπτηανεπίτρεπτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεπίτρεπτοιανεπίτρεπτεςανεπίτρεπτα
Γενικήανεπίτρεπτωνανεπίτρεπτωνανεπίτρεπτων
Αιτιατικήανεπίτρεπτουςανεπίτρεπτεςανεπίτρεπτα
Κλητικήανεπίτρεπτοιανεπίτρεπτεςανεπίτρεπτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →