ανεπαισθήτως
•
- λόγιοανεπαίσθητα Βικιλεξικό
- Χωρὶς περίσκεψιν, χωρὶς λύπην, χωρὶς αἰδὼ / μεγάλα κ’ ὑψηλὰ τριγύρω μου ἔκτισαν τείχη. […] Ἀλλὰ δὲν ἄκουσα ποτὲ κρότον κτιστῶν ἢ ἦχον. / Ἀνεπαισθήτως μ’ ἔκλεισαν ἀπὸ τὸν κόσμον ἔξω.
- και χάιδευε το ακάλυπτο σημείο του ποδιού της ή κατέβαζε ανεπαισθήτως λίγο το μπατζάκι της. (Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες, εκδ. Πατάκη, 2025)
Ετυμολογία
ανεπαισθήτως < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνεπαισθήτως < ἀνεπαίσθητος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →