ανεπανόρθωτο
•
- λόγιοκάτι που δεν είναι δυνατόν να επανορθωθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανεπανόρθωτο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ανεπανόρθωτος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεπανόρθωτο | ανεπανόρθωτα |
| Γενική | ανεπανόρθωτου | ανεπανόρθωτων |
| Αιτιατική | ανεπανόρθωτο | ανεπανόρθωτα |
| Κλητική | ανεπανόρθωτο | ανεπανόρθωτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →