Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανεπανόρθωτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν μπορεί να επανορθωθεί (να διορθωθεί, να επισκευαστεί, να θεραπευτεί κλπ) Βικιλεξικό
    • ανεπανόρθωτη βλάβη, ανεπανόρθωτο κακό

Ετυμολογία

ανεπανόρθωτος < (ελληνιστική κοινή) ἀνεπανόρθωτος < ἀν- στερητικό + ἐπανορθόω, -ῶ + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεπανόρθωτοςανεπανόρθωτηανεπανόρθωτο
Γενικήανεπανόρθωτουανεπανόρθωτηςανεπανόρθωτου
Αιτιατικήανεπανόρθωτοανεπανόρθωτηανεπανόρθωτο
Κλητικήανεπανόρθωτεανεπανόρθωτηανεπανόρθωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεπανόρθωτοιανεπανόρθωτεςανεπανόρθωτα
Γενικήανεπανόρθωτωνανεπανόρθωτωνανεπανόρθωτων
Αιτιατικήανεπανόρθωτουςανεπανόρθωτεςανεπανόρθωτα
Κλητικήανεπανόρθωτοιανεπανόρθωτεςανεπανόρθωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →