Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανεπεξέργαστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο μη επεξεργασμένος, που θα μπορούσε να έχε υποστεί επεξεργασία, αλλά που έμεινε δίχως αυτήν ίσως επειδή έτσι χρειαζόταν, να είναι σε πρωτογενή μορφή Βικιλεξικό
  2. ο τραχύς, ο άγαρμπος, ίσως και χοντροκομμένος, ο αδούλευτος, εκείνος που έμεινε δίχως επεξεργασία ενώ θα έπρεπε να είναι πιο καλοδουλεμένος, πιο ραφιναρισμένος Βικιλεξικό
  3. που δεν τον έχουν επεξεργαστεί νοητικά, ανεξέταστος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανεπεξέργαστος < μεσαιωνική ελληνική ἀνεπεξέργαστος « αρχαία ελληνική ἐπεξεργάζομαι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεπεξέργαστοςανεπεξέργαστηανεπεξέργαστο
Γενικήανεπεξέργαστουανεπεξέργαστηςανεπεξέργαστου
Αιτιατικήανεπεξέργαστοανεπεξέργαστηανεπεξέργαστο
Κλητικήανεπεξέργαστεανεπεξέργαστηανεπεξέργαστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεπεξέργαστοιανεπεξέργαστεςανεπεξέργαστα
Γενικήανεπεξέργαστωνανεπεξέργαστωνανεπεξέργαστων
Αιτιατικήανεπεξέργαστουςανεπεξέργαστεςανεπεξέργαστα
Κλητικήανεπεξέργαστοιανεπεξέργαστεςανεπεξέργαστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →