ανεπικαιρότητα
•
- η ιδιότητα του ανεπίκαιρου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανεπικαιρότητα < ανεπίκαιρος + -ότητα. Μορφολογικά, αν- στερητικό + επικαιρότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεπικαιρότητα | ανεπικαιρότητες |
| Γενική | ανεπικαιρότητας | ανεπικαιροτήτων |
| Αιτιατική | ανεπικαιρότητα | ανεπικαιρότητες |
| Κλητική | ανεπικαιρότητα | ανεπικαιρότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →